συμψηφισμός

[симпсифизмос] ουσ. а. возмещение, компенсация, причисление

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "συμψηφισμός" в других словарях:

  • συμψηφισμός — συμψηφισμός, ο και συμψήφιση, η 1. αντιστάθμιση δύο ίσων αξιών: Έγινε συμψηφισμός κερδών και ζημιών. 2. συγχώνευση: Κατά συμψηφισμό των ποινών τιμωρήθηκε με πέντε χρόνια κάθειρξη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμψηφισμός — ο, ΝΜ [συμψηφίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συμψηφίζω, συνυπολογισμός νεοελλ. 1. (οικον.) η με συνυπολογισμό επερχόμενη απόσβεση τών μεταξύ δύο προσώπων υφιστάμενων αμοιβαίων απαιτήσεων 2. (νομ.) α) το δικαίωμα που έχει ο οφειλέτης να… …   Dictionary of Greek

  • ανταπαίτηση — η 1. προβολή απαίτησης έναντι άλλης 2. ανταγωγή, συμψηφισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανταπαιτώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Άγγελο Βλάχο] …   Dictionary of Greek

  • ασυμψήφιστος — η, ο (για ποσά) εκείνος για τον οποίο δεν έχει γίνει συμψηφισμός …   Dictionary of Greek

  • λογιστική — Οικονομικό διοικητική επιστήμη, σχετική με την τήρηση των λογαριασμών, δηλαδή την εκτίμηση και την καταχώριση σε νομισματικές μονάδες της κίνησης αξιών, η οποία απορρέει από την οικονομική δραστηριότητα, την ταξινόμηση της κίνησης αυτής και την… …   Dictionary of Greek

  • κλίριγκ — το (άκλ., λ. αγγλ.), συμψηφισμός: Ανάμεσα στις χώρες αυτές δεν υπάρχει κλίριγκ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.